Όρος Μαίναλο. Μια περιγραφή το 1934

ΑΡΚΑΔΙΚΑ ΒΟΥΝΑ
ΜΑΙΝΑΛΟΣ

Του Καθηγητού κ. Ι. ΣΑΡΡΗ, Γεν. Εφόρου του ΕΟΣ

Εάν η Αρκαδία λέγεται ακρόπολις της Πελοποννήσου το όρος αυτής Μαίναλος ή Μαινάλιον πρέπει να ονομασθή η ακρόπολις της ακροπόλεως, διότι υψούται εις το μέσον της Πελοποννησιακής ούτης ωραίας χώρας. Και δεν είνε μεν το υψηλότερο όρος της χερσονήσου, διότι κατατάσσεται μετά τον Ταΰγετον, την Κυλλήνην, τον Χελμόν και τον Ερύμανθον. Αλλ’ η κεντρική αυτού θέσις, η απότομος αυτού ανύψωσις από των κεντρικών Αρκαδικών οροπεδίων και η σχετική απομόνωσις αυτού εκ των λοιπών Αρκαδικών αλύσεων καθιστά αυτό εξαιρετικόν και ελκυστικόν ανά τους ορειβάτας και τους ζητούντας πανοραματικάς απόψεις του ορίζοντος. Από κανέν άλλο όρος της Πελοποννήσου δεν είναι δυνατόν να ίδη τις εν συνόπτω τόσην ευρυχωρίαν ορίζοντος διότι είνε άποπτα όλα τα όρη της Πελοποννήσου. Είνε το κύριον όρος των αναβάσεων του τμήματος Τριπόλεως του Ε.Ο.Σ., το οποίον με επιμέλειαν έχει επισημάνει γραμμές αναβάσεων εις την κορυφήν Αϊντίνη εκ διαφόρων σημείων.

Έκτασις και ονομασίαι του όρους. Ο Μαίναλος εκτείνεται εκ ΒΒΔ ως τείχος παραλλήλως προς τα Γορτυνιακά όρη και χωρίζεται από τούτων δυτικώς δια μακρού καταβυθίσματος εις τον οποίον ρέει ο ποταμός Ελισσών, παραπόταμος του Αλφειού. Ανατολικώς χωρίζεται από των Αργολιδοαρκαδικών ορέων δια της ζώνης των υψιπέδων της Ανατολικής Αρκαδίας, τα οποία έχουν διάταξιν ομοίαν προς την διεύθυνσιν του όρους. Η έκτασις την οποίαν αποδίδομεν σήμερον υπό το όνομα Μαίναλος δεν συμπίπτει προς την αρχαίαν. Ημείς ως αρχήν του όρους θεωρούμεν από Β. το βουνό Καστανιά (1248 μ.) το οποίον υψούται μεταξύ του υψιπέδου Κανδύλας (πάλαι Καφυατικού πεδίου) και του ρύακος της Βυτίνας. Από το όρος τούτο, τον Κνάκαλoν των αρχαίων, εκτείνεται ως μεμονομένως ασβεστολιθικός όγκος εις μήκος 32 χιλιομ. προς ΝΑ και τελειώνει ολίγον τι νοτιοδυτικότερον του Μπεζενίκου, καταπίπτοντος εις 800 μ. Από του χαμηλώματος τούτου αρχίζει ο όγκος του όρους με πλάτος 9 χιλιομ. Επί της ράχης τούτης ποικίλλεται οροπέδιον ύψους 1550-1600 μ., το οποίον φέρει νοτίως υψηλάς κορυφάς. Τούτων ο Αγ. Ηλίας είνε η υψίστη του όρους (1980 μ.). Το βόρειον τούτο τμήμα του Μαινάλου, το οποίον υψούται μεταξύ της Βυτίνης και του Λεβιδίου, εθεωρείτο πάλαι ιδιαίτερον όρος υπό το όνομα Οστρακίνα. Υπάρχουν ακόμη οι παραδεχόμενοι ότι η Οστρακίνα είνε μόνον η κορυφή Αγ. Ηλίας, η δε δυτική παραφυάς προς την Βυτίναν, δηλ. η σημερινή Πατερίτσα, είνε το όρος των αρχαίων Θαυμάσιον. Εις αυτό όμως υπάρχει διαφωνία, διότι άλλοι θεωρούν ως Θαυμάσιον το βουνό Μαδάρα (ΝΔ της Βυτίνης), το οποίον πάντως είνε άσχετον με το Μαίναλον. Χαρακτηριστικά εις την Οστρακίναν είνε τα λεγόμενα εδώ «καθίσματα», δηλ. λάκκοι κλειστοί μήκους ενός και πλέον χιλιομέτρου με υπόστρωμα χωμάτινον και με καταβόθρας, αι επιστημονικώς λεγόμεναι δολίναι, φαινόμενα των ασβεστολιθικών ορέων. Ανήκουν εις τα «κάρστια φαινόμενα» τα οποία είνε ιδιάζοντα όχι μόνον εις τα όρη αλλά και εις τα υψίπεδα της Αρκαδίας. Νοτίως της Οστρακίνας, μεταξύ των χωρίων, Αλωνίσταινα και Καρδαρά, το όρος καταπίπτει ανοίγον δίοδον δια της οποίας καθίσταται ευκόλως η συγκοινωνία εκατέρωθεν του όρους κειμένων χωρίων τούτων. Νοτίως της διόδου ταύτης συνεχίζουσι το όρος με πλατείαν πάλιν ράχην. Απ’ εδώ είνε η αρχή του κυρίως Μαινάλου κατά την εκδοχήν των αρχαίων. Η υψηλοτέρα κορυφή του τμήματος τούτου είνε πρώτον η Μουρίζα (1800 μ.) η οποία καταπίπτει προς Ν εις νεάν δίοδον της Αγίας Παρασκευής, δια της οποίας η συγκοινωνία των χωρίων Ροϊνού-Κάψιας. Από ταύτης η ράχη, στενή πλέον, υψούται εις την κορυφήν Αϊντίνης (1815 μ.) την υψίστην κορυφήν του κυρίως Μαινάλου, όπως κατέστη ακολούθως εις χαμηλωτέρας κορυφάς. Εις την νοτιωτέραν περιοχήν υψούται η κορυφή Επάνω Χρέπα, η οποία με το ύψος των 1559 μ. και με το πυραμιδοειδές αυτής σχήμα δεσπόζει της αποτόμου περαιτέρω καταπτώσεως. Το νοτιώτερον παρά την Τρίπολιν Τρίκορφα δεν φθάνουν τα 1300 μ. Κατά το νότιον τούτο τμήμα εις τον ασβεστόλιθον διακρίνονται διάφοροι διευθύνσεις στρωμμάτων ιδία προς Α και ΝΑΝ, ενώ αι περιφέριαι, ιδία αι δυτικαί, διατηρούν την ΝΝΑ διεύθυνσιν. Συνάμα εδώ εμφανίζονται συχνότερα κοιτάσματα σχιστόλιθου εντός του ασβεστολίθου.

Οι ανατολικοί πρόποδες του όρους πριν ακόμη καταπέσουν εις το οροπέδιον της Μαντινείας σταματούν εις ιδίας λεκάνας κλειστάς και ημικυκλικάς των οποίων το έδαφος καλύπτεται από ερυθράν γην. Αυτοί είνε μεγάλαι δολίναι κατακεχωμέναι με ιδίας καταβόθρας. Μία είνε η της Κάψιας και άλλη η του Καρδαρά, η οποία ελέγετο πάλαι Αλκιμέδων. Μέσα από αυτός ανέρχεται σήμερον η οδός Τριπόλεως-Λεβιδίου. Ο αποκλείων ταύτας πρόβουνος διασχίζεται εις μερικά μέρη εγκαρσίως υπό χειμάρρων.

Γεωλογικά. Το όρος συνίσταται γενικώς από Τριπολιτικόν ασβεστόλιθον. Αλλά, προς τους ανατολικούς πρόποδας του Μαινάλου κείται αμέσως παρά τούτον Ερυμάνθιος ασβεστόλιθος. Ούτος εμφανίζεται εις τον νοτιοανατολικώτερον πρόβουνον του όρους, την Σκοπήν (ή Μύτικας), ο οποίος καταπίπτει προς το στενώτερον μέρος του Αρκαδικού υψιπέδου. Από τούτον το κράσπεδον του όρους διευθύνεται αμέσως ΝΔ. Κατά τους ενταύθα πρόποδας ο Ερυμάνθιος ασβεστόλιθος εμφανίζεται εκ νέου. Εκ τούτου παραδεχόμεθα ότι η παρά την Τρίπολιν μετάπτωσις, δηλ. ρήγμα και καταπρήμνισμα πετρωμάτων τέμνει το όρος εγκαρσίως. Η εκείθεν προέκτασις του όρους εις την λοφοσειράν της Τάνας συνίσταται πάντως εκ Τριπολιτικού ασβεστολίθου. Η δυτική όμως πλευρά του όρους παρουσιάζεται γεωλογικώς διαφορετική. Πανταχού σχεδόν καλύπτεται υπό φλύσχου. Προς Β προς το μέρος της Βυτίνης φαίνεται κατά κανόνα ότι το πέτρωμα του όρους καταπίπτει υπό τον φλύσχην. Αλλά και εκείθεν προς την Αλωνίσταιναν κατά γραμμήν ΒΔ και άνωθεν μεταπτώσεως ο Τριπολιτικός ασβεστόλιθος επαναφαίνεται. Όριον του Τριπολιτικού ασβεστολίθου και του φλύσχου είνε εις το νότιον τμήμα, παρά την Ζαράκοβαν και την Συλλίμναν.

Εφημερίς Αρκαδικός Τύπος, αρ. 125, 16/9/1934.